Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Η Όαση Σίβα και ο τάφος του Αλεξάνδρου*

Το Ποντίκι


του Ξενοφώντος Μπρουντζάκη

14 Νοεμβρίου 322 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος στέφτηκε Φαραώ και αναγορεύτηκε σε ζώσα θεότητα

Δυόμισι χιλιάδες χρόνια τώρα ο Αλέξανδρος μοιάζει να παραμένει ο κορυφαίος πρωταγωνιστής στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και με το άκουσμα του ονόματός του προκαλείται παγκόσμιο ενδιαφέρον και στρέφονται τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Πρόκειται για τον κορυφαίο σούπερ σταρ – όπως θα τολμούσαν να τον χαρακτηρίσουν οι Αμερικανοί – όλων των εποχών!

Έχουμε να κάνουμε με μια προσωπικότητα που πέτυχε το ακατόρθωτο: να ξεπεράσει κατά πολύ τον μυθικό ήρωα που είχε για πρότυπο, έναν ήρωα βγαλμένο από το κορυφαίο αριστούργημα όλων των εποχών, την Ιλιάδα, έτσι που τα κατορθώματα του θεϊκού Αχιλλέα να φαντάζουν ελάχιστα μπροστά σε αυτά που πέτυχε ο ολωσδιόλου αληθινός και πέρα για πέρα ανθρώπινος και θνητός Αλέξανδρος.

Ο Μακεδόνας στρατηλάτης έλαβε στη διάρκεια του βίου του διαστάσεις μυθικές και ταυτόχρονα τα κατορθώματά του αποτέλεσαν το πρόπλασμα της τοπικής λογοτεχνίας και των θρύλων μιας τεράστιας γεωγραφικής έκτασης, που εκτεινόταν από την Ευρώπη έως τα σύνορα της Κίνας. Έχοντας κατακτήσει σε ηλικία τριάντα ετών όλο τον γνωστό κόσμο, ο Αλέξανδρος έμοιαζε να έχει ξεμείνει από κατορθώματα. Στο πέρασμά του έστησε μια αυτοκρατορία που έμελλε να σημαδέψει τους πολιτισμούς της Μεσογείου και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής επί σειρά αιώνων. Ποια κινητήρια δύναμη τον ωθούσε, ποιο αθεράπευτα μεγαλόπνοο σχέδιο τον ενέπνεε;

Αρκετοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι αποφασιστική καμπή στην εξέλιξη του Αλεξάνδρου υπήρξε η επίσκεψή του στο Μαντείο του Άμμωνος, στην έρημο Σίβα. Ωστόσο, οι συνθήκες αυτής της επίσκεψης έχουν λάβει περισσότερο συμβολικό παρά ιστορικό χαρακτήρα. Το 322 π.Χ. εισέβαλε στην Αίγυπτο, αναγκάζοντας τις δυνάμεις του Δαρείου Γ’ να υποχωρήσουν στην πατρίδα τους. Στην Αίγυπτο υποδέχτηκαν τον Αλέξανδρο λίγο έως πολύ ως απελευθερωτή και λυτρωτή, γιατί οι σχέσεις τους με τους Πέρσες δεν υπήρξαν ποτέ φιλικές. Εκεί ο Αλέξανδρος έμεινε αρκετούς μήνες, παρεκκλίνοντας από το αυστηρό και άκαμπτο κατακτητικό του πρόγραμμα. Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ο στρατηλάτης γοητεύτηκε από τη χώρα. Από την άλλη, και με πιο ρεαλιστικές ερμηνείες, είναι γεγονός ότι η Αίγυπτος του εξασφάλιζε τους διαύλους επικοινωνίας με την Ελλάδα, όπως επίσης τον βοηθούσε σημαντικά στη διεκδίκηση από τους Φοίνικες του ελέγχου των εμπορικών οδών της Μεσογείου.

Στις 14 Νοεμβρίου του 322 π.Χ. ο Αλέξανδρος στέφτηκε Φαραώ και αναγορεύτηκε σε ζώσα θεότητα. Η πράξη του αυτή ήρθε σε άμεση αντίθεση με την ελληνική παράδοση, η οποία αποδοκίμαζε έντονα τη θεοποίηση των θνητών. Μάλιστα τους επόμενους δυο μήνες ο Αλέξανδρος δαπάνησε μεγάλα χρηματικά ποσά προκειμένου να ανακαινίσει τους αιγυπτιακούς ναούς και να αποδώσει τιμές στους πολιούχους τους. Επίσης γνωρίζουμε ότι μελέτησε και τα τοπικά ήθη και έθιμα.

Στις αρχές του 331 π.Χ. εγκαταλείπει τη Μέμφιδα και ακολουθώντας βόρεια παραθαλάσσια πορεία φτάνει στο σημείο εκείνο όπου ίδρυσε την Αλεξάνδρεια. Από εκεί περνά όλη την παραθαλάσσια περιοχή από τον Νείλο έως τον Ατλαντικό που καλύπτει η Λιβύη για να στραφεί προς τον Νότο συνοδευμένος με μια ομάδα ολιγάριθμων ιχνηλατών.

Ο Αλέξανδρος, σχεδόν μόνος, βρέθηκε στην καρδιά της ερήμου έχοντας ως προορισμό την Όαση Σίβα, έδρα του Μαντείου του Άμμωνος. Επρόκειτο για ένα ταξίδι ιδιαίτερα παράτολμο, που ενείχε μεγάλους κινδύνους. Λέγεται χαρακτηριστικά ότι παλαιότερα ο Πέρσης βασιλιάς Καμβύσης είχε στείλει στρατό προκειμένου να κατακτήσει τη Σίβα, όμως οι άνδρες του εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Αυτό το εγχείρημα δεν το είχε αποτολμήσει κανένας και εκ των Φαραώ.

Παρά τις προσπάθειες που έγιναν προκειμένου να μην πραγματοποιήσει αυτή την επιθυμία του, ο Αλέξανδρος υπήρξε ανένδοτος. Αντιμετωπίζοντας αυτός αλλά και η ομάδα του όλη την γκάμα των δυσκολιών μιας ακραία αφιλόξενης ερήμου, κατάφεραν τελικά να φτάσουν με εμφανή τα σημάδια μιας επίπονης καταπόνησης στην Όαση Σίβα. Τέτοια υπήρξε η επιθυμία του Αλεξάνδρου για το Μαντείο, που όταν έφτασαν δεν στάθηκε λεπτό να ξεκουραστεί, παρά μόνο έτρεξε με όλες του τις δυνάμεις στον ναό του Άμμωνα, που ήταν η έδρα του Μαντείου.

Εκεί τον περίμενε ο ανώτατος ιερέας, ο οποίος και τον προσφώνησε στα ελληνικά αποκαλώντας τον «Ω παι Διός», δηλαδή «παιδί του Δία». Μια μεταγενέστερη μαρτυρία προερχομένη από τον Πλούταρχο αναφέρει ότι ο ιερέας τον αποκάλεσε εσφαλμένα «Ω, παιδίον», δηλαδή «παιδί μου». Κατόπιν ο Αλέξανδρος έτυχε της σπάνιας τιμής της πρόσβασης στο άδυτο του ιερού, προκειμένου να υποβάλει τις ερωτήσεις του στον μάντη. Γνωρίζουμε ότι ο Αλέξανδρος εν γένει ήταν λάτρης των Μαντείων, του άρεσε να προσφεύγει σε αυτά. Επίσης πρέπει να υπολόγιζε πολύ στην επιβεβαίωση της θεϊκής του υπόστασης και καταγωγής από το Μαντείο, πράγμα που πιθανότατα να το ήθελε για πολιτικούς λόγους, μια και σχεδίαζε την εκστρατεία του στα βάθη της Ανατολής.

Λέγεται ότι κατά την έξοδό του από το ιερό τον περίμεναν οι σύντροφοί του με αγωνία και τον ρωτούσαν για το τι διημείφθη. Εκείνος ωστόσο αρκέστηκε να απαντήσει ότι για το τι συνέβη στο ιερό θα ενημερώσει μόνο τη μητέρα του όταν συναντηθούν ξανά στην πατρίδα. Πιθανολογείται ότι ο Αλέξανδρος ρώτησε να μάθει τη γνώμη του Μαντείου σχετικά με τη θεϊκή του καταγωγή.

Ωστόσο, σύμφωνα με μια μεγάλη μερίδα ιστορικών της αρχαιότητας, ο Αλέξανδρος ρώτησε πριν απ’ όλα σχετικά με τους δολοφόνους του πατέρα του. Και εάν έχει μείνει κανείς ζωντανός από αυτούς. Ό,τι κι αν ερώτησε και όποια απάντηση κι αν έλαβε, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η επίσκεψη αυτή του Αλεξάνδρου στο Μαντείο υπήρξε καταλυτική για τον ίδιο και τη μετέπειτα πορεία του.

Τα επόμενα οκτώ χρονιά ο νεαρός Μακεδόνας κατάφερε να πετύχει άθλους που δεν χωρά ο ανθρώπινος νους, διασχίζοντας την Περσική Αυτοκρατορία, αχαρτογράφητες περιοχές, φτάνοντας στα σύνορα της Κίνας και στα ενδότερα της Ινδίας, διατρέχοντας αδιάβατες ερήμους. Όπως και να έχει, οι πράξεις του υπερβαίνουν τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Η αχανής ελληνική αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου, μολονότι κατακερματίστηκε από τους επιγόνους του μετά τον θάνατό του, καθόρισε τις εξελίξεις της Ιστορίας και κυρίως άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στις επόμενες γενιές.

Η επιθυμία του ιδίου να ταφεί στο ιερό του Άμμωνος Διός δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την επιρροή που του ασκήθηκε εκεί. Η σορός του Αλεξάνδρου μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο, όμως ποτέ δεν μάθαμε πού είναι ο τάφος του. Οι περισσότεροι ειδικοί, αρχαιολόγοι και ιστορικοί, φρονούν ότι βρίσκεται θαμμένος κάπου στην Αλεξάνδρεια. Ωστόσο, υπάρχουν και αρκετοί που πιστεύουν ότι βρίσκεται στην Όαση Σίβα, όπως ήταν και η επιθυμία του.


Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1838 στις 13 Νοεμβρίου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου